Blog Widget by LinkWithin

Mια βροχή στη Bικτώρια


Άφησα την Έλενα στους Αμπελόκηπους μέσα στην δυνατή βροχή. Ένα τρόλεϊ για κάτω μα ήταν ακόμα νωρίς. Πήγαινα προς σπίτι, μα όχι προς το σπίτι. Μια ρουτίνα των τελευταίων βδομάδων ήθελε να σπάσει.
Κι η βροχή; Η σκέψη της τα ξεκίνησε όλα. Τη νύχτα που γεννήθηκα έβρεχε καταρρακτωδώς, και δεν ξέρω πως αυτή η πληροφορία ξεπήδαγε από βαθιά όποτε έβρεχε κι έστηνα μια χαρά προσωπική. Την αγαπούσα, χαιρόμουνα το γεμάτο σιωπή ρυθμό της, το ησύχασμα των πραγμάτων. Αλλά που ήταν αυτή η βροχή; Γιατί δεν μ' αγγίζει πια; Μεγαλώνουμε, αλλάζουμε, απλοποιούμαστε και σκληραίνουμε, κάνει λογικό. Αλλά την ήθελα ακόμη την βροχή, ήθελα την επιβεβαίωση ότι κάτι μένει.
Μπόρα, κατέβηκα στην Πατησίων και περίμενα να κοπάσει κάτω απ' την στάση. Την κάμερα την βγάζω βαρετά τον τελευταίο καιρό, αλλά απόψε μ' εξανάγκασα να βρω μέσα εκείνο το συναίσθημα της βροχής.


Ξεκίνησα τραβώντας έτσι απλά την Πατησίων


καταφεύγοντας σ' ένα ακόμα κλισέ: μια ομπρέλλα τσακισμένη απ' την βροχή


Τα λεωφορεία πέρναγαν κι ανεβοκατέβαζαν κόσμο


και τα θολά τους τζάμια που αφαιρούσαν κάθε λεπτομέρεια τονίζοντας τα σημαντικά


και φτιάχναν στεφάνια στα μαλλιά.


προσπαθούσα να τραβήξω κρυφά -"τίποτα, καλλιτεχνικές" θα απαντούσα- κι η κάμερα ανεβοκατέβαινε


κι έτσι την έριχνα κάτω στα χοντρά άσχημα μα ορθοπεδικά αθλητικά παπούτσια που βαλα αναγκαστικά, μέρες τώρα πονάνε τα χιλιοπερπατημένα μου πόδια.


παρατήρησα την δερμάτινη καπαρντίνα του μπροστινού πως αντιφέγγιζαν οι σταγόνες


Πακιστανούς μετανάστες ανεβοκατέβαιναν την Πατησίων για μεροκάματο


και το Α8, λεωφορείο που ανέβαινα παλιά στο πατρικό μου, έφερε αναμνήσεις.


Ο μπροστινός μου είχε πια καταλάβει ότι φωτογραφίζω, και χωρίς καν κουβέντα, σαν να μου δωσε έτοιμος, συνειδητά ένα θέμα.


η ορμή απ' τις σταγόνες, τράβηξε την κάμερα στο φως, να τις καταγράψει


η ομπρέλα αυτής της κοπέλας έσπαζε με το μοτίβο της την βουβή σκοτεινιά μας


ενώ βαρεμένος από έναν ψυχαναγκαστικό ρομαντισμό τράβηξα την ασκέπαστη σακούλα


κι ένα μουλιασμένο στην βροχή κουτί με ψωμιά.


Δεν μπορούσα να κάτσω άλλο εκεί. Έφυγα και σωστά το πίστευα: στο φως φάνηκε πως ήταν όλα στο μυαλό μου, το τυροπιτάδικο που προσπέρασα φαινόταν καθαρό και υγιές..


μα στην γωνία η αθηναιολατρεία με κτύπησε θαυμάζοντας την καμπύλη του μπαλκονιού.


κι ένα γεμάτο κίνηση μισό κύκλο στα ρολλά


τις σταγόνες να εφορμούν στα επιδαπέδια αχνίζοντα φώτα


και τον γρηγόρη, ο μόνος προστατευμένος απ' τις στάλες


διέσχισα την Πατησίων, κόντρα, φάτσα, φωτογραφίζοντας στο στιγμιαίο και θολό τα αυτοκίνητα που με τα πολλά νερά πιο πολύ μαρσάρουν


Η βροχή δυνάμωσε. Και κάτω από μια τέντα


περίμενα ανεπιτυχώς να αποτυπώσω καθαρές σταγόνες...


...μα τελικά το πέτυχα


Στα πιο σίγουρα μιας εισόδου, κάποιοι περιμένοντας ένα τέλος


Το τέλος μιας διαδρομής; Ο ήρωάς μου σκέφτηκε ότι και με το τρένο θ' ανέβαινε στο πατρικό.


Ο ήρωας μου θα το τέλειωνε, θα κατέβαινε αυτή τη σκάλα και θα θελε έτσι στα ξαφνικά, στα εργένικά του μια σπιτίσια ζεστασιά.


Δεν ακολούθησα τελικά τον ήρωα μου, αποφάσισα να ακολουθήσω την βροχή. Αλλά και πάλι δεν είχε νόημα, είχα μπερδευτεί, που πήγε ο ήρωας, αφού αποφάσισα να συνεχίσω στην βροχή.


Προχώρησα λοιπόν, αν και 11 απόψε ήταν νωρίς ακόμα για σπίτι


βρήκα κι απασχολήθηκα με τις ωραίες αθενσβιλίσιες εισόδους


βρήκα τις σταγόνες, σαν δάκρυα, τόσο κατάλληλες σ΄αυτή την αφίσα


και πάγωσα ακουμπώντας τη παλάμη στα γυμνά τραπέζια έξω απ' το εβερεστ


Άλλη μια τέντα, η Πλατεία άδεια, σκέφτηκα τους Αφγανούς πρόσφυγες που περνούν, για λίγο αέρα, τις μέρες τους εδώ πάνω, πως να 'ναι απόψε στα γύρω υπόγειά τους.


Κάποιοι κάνανε την στιγμή τους, μια απόφαση και τρέχαν στον φωτεινό σταθμό.


Άλλη μια ωραία σταγόνα...


... κι έναν ιστός αράχνης που χάζεψα ψηλά


Τότε παρατήρησα μια γυναίκα να απολαμβάνει πιτσιλισμένη την μοναξιά της βροχής. Με τι παλιό της ενωνόταν, ποια φωλιά έβρισκε μέσα στο κρύο;


Κατηφόρισα, στο άδειο καφέ έπαιζε κινιόταν μόνο το νορμάλ μιας τηλεόρασης


και δίπλα κάποιοι προστατευμένοι παίζαν κόντρα σε μια ακόμα τιβι χαρτιά


ενώ το hotel brazil περίμενε εφήμερα σεξ της Φυλής.


Η κάμερα μ' άρεσε πως μάζεψε τόσο ωραίο πορτοκαλί απ' τα φώτα, κι η ομπρέλα παροπλισμένη να μην μπορεί να κάνει τη δουλειά της, να υποδεχθεί τη βροχή.


Πλατς τα ποτάμια, τα βρεγμένα πάνω μου με κρύωναν πια


και έχωσα την κάμερα στην τσάντα, εκτός απ' αυτό τον χείμαρρο στον υπόνομο, και ανέβηκα σπίτι.


Η ομπρέλα ξεχασμένη το πρωί


η τσάντα στο ίδιο σημείο, δίπλα το ίδιο τα κλειδιά


και τα πόδια βρεγμένα, μα απόψε δεν μ' ενοχλούσε.
Τελικά αγαπούσα ακόμα την βροχή


Αυτό μ' αρεσε. Συνέχισα, δεν άνοιξα καμία τιβί, μόνο ο ήχος τη βροχής και τα λαμπάκια, αυτό θα κανε ο ήρωας μου στο πατρικό


κι μ' ένα ζεστό ρύζι γιόρτασα με ζεστασιά.


Το πρωί ήταν μια ακόμα ίδια μέρα τελικά.
Έβρεχε όμως, και βρήκα ένα δέντρο στο δρόμο.
Αυτό θα ήταν το φινάλε για μέρες γιορτών ποστ.

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

Σχόλια
blog comments powered by Disqus