Blog Widget by LinkWithin

35


Κοντά στη δουλειά του μπαμπά. Τα πρώτα χρόνια ήταν στην Πειραιώς και Δεληγιώργη, δεν πρέπει να 'ταν τόσο διαλυμένο το γύρω όσο σήμερα. Το σπίτι το θυμάμαι μια αστίλα να 'χει, αυτές τις τζαμαρίες που χώριζαν την τραπεζαρία, κι οι σκιές που χάζευα από πίσω.


Οι λουκουμάδες στον Κρίνο, χαρακτηριστικός ακόμα ο ήχος στα αυτιά μου απ' το χτύπημα του πηρουνιού στο τσίγκινο πιάτο, και η βουτιά με δάχτυλο στο μέλι που απέμενε και το μάλωμα φυσικά. Κι ο μαρμάρινος πάγκος φυσικά.


Η παιδική χαρά στην πλατεία Κουμουνδούρου. Μπορεί να ακούγεται τρομακτικό μα τότε δεν ήταν, η μήτερα μου μας πήγαινε συνέχεια εκεί. Η Αθήνα όμως άλλαζε, το νέφος περίφημο τέρας τότε, μετακομίζουμε στα 6 στο Νέο Ηράκλειο. Καλά κάνανε, έπαιξα σε αλάνες, κυνήγησα βατράχια, έφτιαξα πήλινα αντικείμενα από λάσπες, ατέλειωτα παιχνίδια στο γειτονικό ΟΑΚΑ. Χωριό κανονικό, τέλειο για παιδί.


Στη Λεωφορό Αλεξάνδρας, ο Θείος Τάκης η Θεία Μαρία. Μένοντας στο πράσινο ήσυχο προάστιο απορούσα πως μένουν εδώ. Ο θόρυβος της Αλεξάνδρας, η μέσα κουζίνα με τον καταθλιπτικό ακάλυπτο να τρομάζει απ' το παράθυρο, και ένα μέσα δωμάτιο της μεγάλης κόρης που έφυγε, ήσυχα άδειο για εξερεύνηση.


Μια επίσκεψη στον Θείο Ανέστη. Δεν θυμάμαι πολλά, 5-6 ήμουνα, μόνο ότι ήταν ένα ημιυπόγειο με πόρτα μπροστά, βαμμένο σ' ένα ανοιχτό χρώμα. Ήταν φωτεινό αθηναϊκό απόγευμα, σε μια απροσδιόριστη περιοχή. Επίσκεψη συμπόνοιας στον Θείο Ανέστη του πατέρα μου που 'χε καταντήσει μόνος, και όλο και κάποιος από ένα εντελώς ξεκομμένο σόι πήγαινε και τον κοίταζε, θα' ταν η σειρά μας. Λευκά μαλλιά, πολύ γερασμένος, αλλά περήφανος· σήμερα έχοντας μυρίσει την ζωή, αναρωτιέμαι αν τον πονούσε τον θείο Ανέστη, αν είχε ζήσει την ζωή όπως την ήθελε, και δεν τον ένοιαζε η τελευταία μοναξιά. Βασικά θα με βόλευε να σκεφτόταν έτσι... (πόσω μάλλον έχοντας και το όνομά του).


Οι Κυριακές στο παζάρι στο Μοναστηράκι. Μια γύφτικη, ακατάστατη Αθήνα, έτσι φάνταζε στα μικρά μου μάτια τότε αλλά τόσο διαφορετικά θελκτική. Ή μήπως μίζερη; Ακόμα και σήμερα δεν έχω αποφασίσει.


Τα μαγαζιά με τα παλιά περιοδικά =το γεμάτο ενοχές κρυφοκοίταγμα στα τσοντοπεριοδικά. Με τόση εφηβική ντροπή, όσο προλάβαινε να αρπάξει το μάτι, πόσος σχεδιασμός τα κυριακάτικα πρωινά στο μυαλό για την γενναία απόφαση να το αγοράσεις.


Ιάσωνος. Έχω αρχίσει και σουλατσάρω πια στο κέντρο, μια δουλειά για χαρτζιλίκι στον πατέρα μου με στέλνει στην Μ. Αλεξάνδρου. Διασχίζω την Ιάσωνος. Μαγεύομαι, έγραψε ο δρόμος ομορφιά μέσα μου, αρχίζω έκτοτε να ψάχνω βιβλιογραφία για τα νεοκλασσικά, για την παλιά Αθήνα. Περιέργο το σκέφτομαι και σήμερα για 14χρονο...


Η οδός Γερανίου. Για 40 χρόνια τα γραφεία και τυπογραφείο της εφημερίδας του πατέρα. Εικόνες από βαριά κι ασήκωτα μέταλλα χαραγμένα, χιλιάδες αράδες να λιώνονται και να επαναχρησιμοποιούνται. Μια τέχνη που μόλις έσβηνε μπρος στους πανεύκολους υπολογιστές, που εγώ σαν 18χρονος γκαζωμένος κατέχω κι αναλαμβάνω το οικογενειακό μιας παρηκμασμένης δουλειάς. Μέχρι τα 24, οπότε με φαντάζομαι άγνωστα αλλιώς, βγήκε ο πατέρας στη σύνταξη και φεύγω.


Τα πλακάκια της Ομόνοιας. Απ' τα 13 μέχρι τα 30 φάτσα απέναντι: βρεγμένα, βρώμικα, σπασμένα, κρυμμένα στην ανακαίνιση, κι όλος αυτός ο χρόνος της βουβής αναμονής μέχρι να 'ρθει το τρένο, οι διαρκώς άγνωστες φάτσες, ο διαρκώς παρόντας κάποιος περίεργος που όλοι περιεργάζοταν δειλά και με 90s σοβαροφάνεια.


Ο Παπασωτηρίου στη Στουρνάρη, το πατάρι του, το μοναδικό στην Αθήνα που είχε γραφιστικά και ντιζαϊνάτα βιβλία, , ατέλειωτες ώρες "τροφής" στα σκαμπουδάκια του, μόνο αυτό έφερνε δε τότε περιοδικά για Mac, τι θησαυρός τα δώρο cd με σπάνια εκ uk προγράμματα.


Οι βραδιές στα παγκάκια. Άλλοτε στην Βικτώρια, άλλοτε στην Κυψέλη όπου τύχαιναν και έπιαναν σπίτι οι φίλοι· μετά από ώρες συζητήσεων (τι κρίσιμο λέγαμε πια;) τα πόδια μας γεμάτα σποράκια.


Πλ. Αργεντινής Δημοκρατίας. Γύρω στα 20 γνωρίζω μια συγγραφέα που της σχεδιάζω τα βιβλία. Σχεδόν 2 χρόνια περνούσα 2-3 φορές τα απογεύματα στο σπίτι της. Ένα σκοτεινό μέρος, με βαμμένους καφετιούς τοίχους, και γύρω στοίβες από χιλιάδες βιβλία. Στο ημίφως με την βοή της Αλεξάνδρας, να μιλάμε ώρες και να τρώμε τα αγαπημένα μου μπριζολάκια που πάντα φρόντιζε να έχει. Κάτι αληθινό είχε αυτή η επαφή, κάτι ουσιαστικά παράταιρο που μέσα μου ξεσκέπαζε, αλλιώς ποια σχέση μπορεί να ένωνε ανθρώπους με τόση διαφοράς ηλικίας; Ενα βλαμμένο ήμουνα! Σήμερα κοίταξα το κουδούνι, δυστυχώς δεν είδα το όνομά της, το ρετιρέ έμοιαζε άλλωστε από μακριά τόσο συμβατικό.


Η Γ' Σεπτεμβρίου, η μέρα που τυχαία βρέθηκα σε μια χαλαρή θεατρική σχολή και κόλλησα. Την πρώτη μέρα μου ανέθεσαν κομμάτι, "τι έγινε λέει;", απ' το άγχος την περπάτησα μέχρι το τέλος. 1.5 ωραίος χρόνος, που έκανα φίλους, και ξάνοιξα τον εαυτό μου σε κόβει στη μέση το χαλαρό του καλλιτέχνη.


Οι κάτω δρόμοι φυσικά! Η καθημερινότητα να παίρνω τον ΗΣΑΠ από Ομόνοια και να ανεβαίνω σπίτι, μια ρουτίνα που με κουράζει. Κι έτσι τότε αποκτώ το χούι που ουσιαστικά δημιούργησε το athensville: βραδινές διαδρομές σε ένα παράλληλο άξονα με τις γραμμές και ανακαλύπτώ τις άγνωστες γειτονιές μέχρι τα Κάτω Πατήσια, Βικτώρια, Κυψέλη, Πλ. Αμερικής, Αττικής, Αγ. Νικόλαος, Αχαρνών και όπου κουραστώ παίρνω το τρένο. Γι' αυτό το μπλογκ (πέρα απ' το καράκεντρο) γέρνει προς αυτή τη πλευρά της Αθήνας, την ξέρω, την αγαπώ και μένω πια σ' αυτήν.


Κι οι έρωτες. Ένα παρκάκι στην Πλάκα που δεν πιάνει το μάτι και ένας αποχωρισμός


Ένα ξενύχτι ως την κορυφή της ξελογιάστρας Πλάκας, όλες 6 ώρες δικές μας πριν φύγει για πάντα το αεροπλάνο.


Τα φιλιά, μια βραδιά καθημερινή σ' αυτές τις εσοχές που κάνει το κάτω Άττικα.


Τα φροντιστήρια της Κάνιγγος. Εκεί που ερχόταν όλη η Αθήνα, με το ζόρι ώρες σε δέσμες, και μετά ξένες γλώσσες. Οι πρώτες αμήχανες μέρες στην καινούργια τάξη, ο ευλογημένος Οκτώβρης που είχες ήδη βρει τους φίλους σου.


Πρέπει να γινόμουν 24, λίγο πριν τις 12 της προηγούμενης μέρας, και ανέβαινα την Χαλκοκονδύλη. Κάποια μουσική που δεν θυμάμαι στα ακουστικά, μια αξέχαστη απροσδιόριστη αίσθηση ευτυχίας, μιας ασήμαντης στιγμής. Δεν κατάλαβα ποτέ τι ήταν...


Το μετρό καθημερινά στο Μοναστηράκι, αλλαγή για Πειραιά, από κει Πέραμα, από κει στο νησί για 8 μήνες. 5 παρά τέταρτο το πρωί, και μέσα στο πολύ κρύο, αξέχαστο το χιονόνερο πάνω στο πλοίο στη φορτουνιασμένη θάλασσα της Σαλαμίνας.


Ο απογαλακτισμός. Η μέρα που φεύγω απ' το σπίτι, άδειο το δωμάτιο, η τελευταία εικόνα απ' το απογευματινό φως που έσκαγε πάντα τόσο γενναιόδωρα μέσα.


Η οδός Αντιοχείας. Η φίλη μου η Μάριαν, μια απ' αυτές με τα παγκάκια, έμενε πια σε μια γωνιά της Αγ. Μελετίου. Απ' τις ντροπές ήταν η μόνη που ήξερε τους πρώτους μήνες για το μπλογκ, μαζί της τα συζήταγα, την προσπάθεια να το διατηρήσω, να μην το παρατήσω. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο αυτές οι βραδιές, τώρα είναι όμως το φως που δημιουργούσα και ήταν παρούσα και τώρα που δεν είναι Αθήνα, την θυμάμαι πάντα γι' αυτό.


Στο βάθος του Costa στην Κοραή. Μεσημέρι Ιούλη που σπάω την μπλογκίσια ανωνυμία και συναντώ για πρώτη φορά τον Δημήτρη, το είδωλο-γραφιά της αγαπημένης μου στήλης για την Αθήνα. Συμπάθεια, και μια άκριτη σκέψη: ας κάνουμε μια ομάδα για την Αθήνα, πως, τι, ιδέα δεν είχαμε, κι η συνέχεια γνωστή...


Οδός Σωκράτους. Μια γιορτή στην Ομόνοια, η βόλτα στα γύρω στενά, απίστευτη στιγμή όταν γυρίζω και χαζεύω τον άπειρο κόσμο πίσω.


Σωκράτους και Πειραιώς. Είναι 10 Γενάρη του 1977, η μητέρα μου πάει σπίτι στην Πειραιώς και την πιάνουν οι πόνοι. Βρέχει καταρρακτωδώς, ένα περιπολικό περνά και την μεταφέρει σ' ένα μαιευτήριο στο Αιγάλεω και να 'μαι :-)

• • •

"Πάλι εγωιστικό κείμενο θα γράψω; Πάλι στις εύκολες μελούρες;", "Ναι αλλά πέφτει ιδανικά τις μέρες που ξαναξεκινά το μπλογκ". Τελικά το γραψα, αλλά είπα να το συνδέσω με την Αθήνα. Κι έτσι έκανα την Κυριακή μια βόλτα στα σημεία που έζησα στην πόλη, τότε που δεν με ήξερα και φτιαχνόμουν, ως τώρα που με ξέρω. Είναι ένα ωραίο δώρο στον εαυτό σου να τριγυρνάς σε 3 ώρες τη ζωή σου, να συνειδητοποιείς την αλληλουχία των πραγμάτων, τα σημεία που εν αγνοία σου ενώνονταν και φτιάξουν το σήμερα. Η καλύτερη τουρ, κάντε τη όλοι.

Και τα 35; Πάμε πάλι: Ήταν ένα απ' τα ατέλειωτα απογεύματα σαν παιδί, παίζαμε κουτσό στις πλάκες του ψιλικατζίδικου, σε λίγο θα 'ρχιζαν τα σχολεία. Θα πήγαινα Ε' Δημοτικού και θυμάμαι πως έλεγα "πότε έφτασα; είμαι μεγάλος πια".
Τα 35, στο μέσο της ζωής αν συνήθως φτάνει στα 70. Να νιώθω γέρος; Όχι, δεν πρέπει. Θα υπάρχουν πάντα μικρότεροι να νιώσεις μεγάλος, μεγαλύτεροι να νιώσεις μικρός. Μα έχει τόση σημασία πια; Το σώμα ναι μεν γράφει τα χρόνια, το μυαλό όμως μπορεί πια να τα ελέγχει. Και βρίσκει γερό πάτημα στους υπέροχους ανθρώπους (έχω γνωρίσει αρκετούς τελευταία), που μπορεί να 'ναι μεγάλοι πια, αλλά γεμάτοι φρεσκάδα στο να αγκαλιάζουν το νέο, στο να τραβάνε τα όριά τους, να παίζουν με το μυαλό τους. Η ζωή είναι μικρή για να μην έχει πλάκα, ακόμα μεγαλύτερη όσο μικραίνει.
Viva, στα αιώνια νιάτα στα μυαλά! :-)


υγ. κι οι νύχτες κατηφορίζοντας την άδεια Αιόλου φυσικά.

Σχόλια
blog comments powered by Disqus