Blog Widget by LinkWithin


Δύο ακριβέστατα της πραγματικότητας άρθρα απ' την Καθημερινή για το φλέγον της νέας Δημοτικής ηγεσίας:
• Ο Στέφανος Κασσιμάτης ανιχνεύει τις ικανότητες της Φώφης και Καμίνη, κάτι σε Φωστήρας-Μπαρτσελονα το τελικό (και δίκαιο) σκορ.
• Ο Πάσχος Μανδραβέλης θυμίζει το επείγον της κατάστασης, την ανάγκη να μην πάει χαμένη ούτε μια μέρα, πόσο μάλλον μια πενταετία, για την μαραζωμένη Αθήνα.


Το δίλημμα του ΠΑΣΟΚ στην Αθήνα
Tου Στέφανου Κασιματη

Εχοντας παντρευτεί Σκυριανό, είναι πολύ φυσικό η κυρία Φώφη Γεννηματά να κάνει συχνά τις διακοπές της στο νησί του Βορείου Αιγαίου με την ιδιότυπη ομορφιά. Το μάλλον αφύσικο, ωστόσο, είναι να βλέπεις στην τελετή της Ανάστασης την κυρία Γεννηματά, κορδωμένη και καμαρωτή ως συνήθως, να στήνεται δίπλα στον ιερέα και να μην το κουνάει ρούπι από εκεί (παρά τον καταιγισμό των εδάφους - αέρος που εκρήγνυνται πάνω από το κεφάλι της...), λες και αν παρακολουθούσε την τελετή από κάποια λιγότερο περίοπτη θέση το γεγονός θα είχε αφαιρέσει κάτι από την αίγλη της. Τη σκηνή μού την περιέγραψε φίλος, ο οποίος γιόρτασε το περασμένο Πάσχα στη Σκύρο, και δεν αμφιβάλλω ότι, ως σκηνή, θα την κρίνετε γελοία και ασήμαντη. Είναι όμως αυτός ο λόγος, για τον οποίο νομίζω ότι αποδίδει ακριβώς ό, τι αντιπροσωπεύει σήμερα στην πολιτική η κυρία Γεννηματά.

Η κυρία Γεννηματά είναι η κόρη του μακαρίτη Γιώργου Γεννηματά, ιστορικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ· και, για να είμαι ειλικρινής, αγαπητοί αναγνώστες, αν δεν είχα να καλύψω τον χώρο της στήλης, θα δυσκολευόμουν να βρω κάτι περισσότερο να πω για την περίπτωσή της. Σπούδασε στη Νομική, όπου ανέπτυξε δραστηριότητα ως μέλος της φοιτητικής παράταξης του ΠΑΣΟΚ, διορίστηκε στην Εθνική Τράπεζα και ακολούθησε τη σταδιοδρομία του πατέρα της, κληρονομώντας την πελατεία του, όπως άλλωστε και πάρα πολλοί άλλοι πολιτευόμενοι. (Υποθέτω ότι θα ξέρει και λίγα αγγλικούλια - μήπως υπάρχει και κανείς σήμερα που να μην ξέρει;)

Εξελέγη το 2000 στην Α΄ Αθηνών, δεύτερη σε σταυρούς, και αργότερα υπερνομάρχης Αθηνών - Πειραιώς, θέση από την οποία δεν άφησε αναμνήσεις, εκτός από την υποχρεωτική παραίτησή της λόγω προβλήματος εκλογιμότητος, το οποίο είχε παραβλέψει. Ο ξύλινος πολιτικός λόγος της περιορίζεται σε ένα αναμάσημα των εκάστοτε επίσημων κομματικών θέσεων, χωρίς το παραμικρό ίχνος πρωτοτυπίας. Ενα μειονέκτημα, το οποίο, πάντως, αντισταθμίζει με τον αέρα της υπερβολικής αυτοπεποίθησής της. Πολιτικά, η κυρία Γεννηματά εκφράζει τους «Γεννηματικούς», δηλαδή μια μετριοπαθή εκδοχή του παλαιού, ιστορικού -ξεπερασμένου πλέον- ΠΑΣΟΚ. Εν ολίγοις, είναι καθ’ όλα η ενσάρκωση του βαρετού μέσου όρου. (Δεν θα με εξέπληττε μάλιστα αν μάθαινα ότι αγαπημένος της τραγουδιστής είναι ο Αντώνης Ρέμμος...)

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο απερχόμενος Συνήγορος του Πολίτη Γιώργος Καμίνης. Γεννημένος στη Νέα Υόρκη, όπου εργαζόταν ο πατέρας του σε ναυτιλιακή εταιρεία, είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών και της Νομικής Σχολής. Εκανε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Παρίσι και τη Χαϊδελβέργη, εργάστηκε ως νομικός στο εξωτερικό, από όπου επέστρεψε με πρόσκληση του διαπρεπούς συνταγματολόγου Αριστόβουλου Μάνεση, για να ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του ως πανεπιστημιακός στη Νομική Σχολή. Προσωπική επιλογή του Νικηφόρου Διαμαντούρου για τη θέση του βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη, τον διαδέχθηκε πριν από οκτώ χρόνια, όταν εκείνος ανέλαβε την αντίστοιχη θέση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η πολιτική προέλευσή του είναι από τη λεγόμενη ανανεωτική Αριστερά (άλλως, την πολιτισμένη Αριστερά...) και είναι άνθρωπος χαμηλών τόνων, που αποφεύγει τη δημοσιότητα.

Από πολιτισμικής πλευράς, το δίλημμα που συνιστά για τον Γιώργο Παπανδρέου η επιλογή μεταξύ των δύο προσώπων συμπυκνώνεται ως εξής: εσωστρεφής πασοκαρία ή κοσμοπολίτικο liberal chic; Ομως, το ζήτημα είναι πολιτικό και, αναμφίβολα, η κυρία Γεννηματά υπερέχει του Γ. Καμίνη σε δημοτικότητα. Συνεπώς, θα μπορούσε ευκολότερα να κερδίσει τον δήμο για λογαριασμό του ΠΑΣΟΚ. Αν, λοιπόν, το ερώτημα είναι «ποιος μπορεί να κερδίσει για το ΠΑΣΟΚ την Αθήνα», δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε περαιτέρω την κουβέντα. Ομως, στη μορφή με την οποία τίθεται παραπάνω, το ερώτημα είναι μισό. Το πλήρες ερώτημα είναι «ποιος μπορεί να κερδίσει για το ΠΑΣΟΚ την Αθήνα και, στη συνέχεια, να κάνει και κάτι για την πόλη».

Από την άποψη αυτή υπερτερεί σαφώς ο Γ. Καμίνης, καθώς δεν προέρχεται από την επαγγελματική πολιτική, εν τούτοις όμως, έπειτα από οκτώ χρόνια στη θέση του Συνηγόρου του Πολίτη, γνωρίζει καλύτερα οιουδήποτε άλλου τις παθογένειες της δημόσιας διοίκησης. Βέβαια, η απόσταση από τη θεωρία ώς την πράξη είναι τεράστια και τίποτε δεν εγγυάται ότι ο Γ. Καμίνης θα πετύχει αν συγκρουστεί με τις κομματικές μαφίες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τουλάχιστον, όμως, οι προδιαγραφές του για τον ρόλο είναι οι σωστές. Αντιθέτως, η κυρία Γεννηματά εκπροσωπεί εκείνο το ΠΑΣΟΚ που επινόησε την τοπική αυτοδιοίκηση όπως τη ζούμε στις μέρες μας, δηλαδή την τοπική αυτοδιοίκηση ως μέθοδο αναπαραγωγής του κομματικού κράτους. Το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι να χρησιμεύσει για λίγο ως κυματοθραύστης των αντιδράσεων που θα προκαλέσουν οι περικοπές στην κρατική χρηματοδότηση. Αλλά αυτό θα είναι μια υπηρεσία προς το ΠΑΣΟΚ, όχι για τους πολίτες της Αθήνας.

Αν ο Γιώργος Παπανδρέου πιστεύει, πράγματι, ότι η κρίση είναι ευκαιρία να διορθώσουμε τα στραβά δεκαετιών, το ΠΑΣΟΚ θα ρισκάρει με τον Γ. Καμίνη. Αν η προτεραιότητα δίνεται στη διατήρηση της εξουσίας (και βλέπουμε...), η κυρία Γεννηματά έχει σοβαρές πιθανότητες να είναι η επόμενη δήμαρχος Αθηναίων και εμείς μπορούμε να έχουμε τη βεβαιότητα ότι τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει.




Η υπέρβαση για την Αθήνα
Tου Πασχου Μανδραβελη

Ελάχιστοι μπορούν να διαφωνήσουν με την εκτίμηση ότι ο κ. Γιώργος Καμίνης είναι η καλύτερη επιλογή απ’ όσες προτάθηκαν μέχρι στιγμής για τον δήμο της Αθήνας. Είναι εγγράμματος, κοσμοπολίτης, έχει διοικητική εμπειρία, γνωρίζει εκ της θέσεώς του τα προβλήματα της πόλης, μπορεί να δώσει άλλη πνοή στη επαρχιακή αυτή πρωτεύουσα της Νότιας Ευρώπης. Και η Αθήνα ασφυκτιά. Χρειάζεται μια άλλη ανάσα για να ξεφύγει τουλάχιστον από το κλίμα της δυσθυμίας των πολιτών και της πρακτικής των πολιτικών οι οποίοι είναι έτοιμοι για όλα, εκτός από το να κάνουν τη δουλειά τους.

Το 14%, όμως, που πήρε η κ. Μαρία Δαμανάκη στις δημοτικές εκλογές του 1998 ακόμη στοιχειώνει στο ΠΑΣΟΚ. Πολλοί επιχειρηματολογούν ότι οι εντυπώσεις μιας τηλεοπτικής βραδιάς -τότε που οι τηλεαστέρες της επιφανειακής πολιτικής θα βγάζουν τα βαρύγδουπα συμπεράσματα από τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών- αξίζουν πολύ περισσότερο από τέσσερα χρόνια στον δήμο. Γι’ αυτό προκρίνουν άλλες υποψηφιότητες, οι οποίες θα είναι πιο «πολιτικές» με την έννοια που το πολιτικό έχει πάρει στις μέρες μας. Μιλούν για κάποιον που να είναι πιο αναγνωρίσιμος, να μπορεί να κάνει θερμές χειραψίες και να κολακεύει τις επιθυμίες των ψηφοφόρων.

Το βασικό, όμως, πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν θα είναι να κατεβάσει τον κ. Καμίνη και αυτός να μην καταφέρει να εκλεγεί. Μεγαλύτερο πρόβλημα θα είναι να κατεβάσει κάποιον άλλο ή άλλη και αυτός ή αυτή να εκλεγεί. Τότε πιθανότατα η κυβέρνηση δεν θα έχει να απολογείται μόνο για τις παρενέργειες που αναγκαστικά έχει το Πρόγραμμα Σταθεροποίησης, αλλά και για την πρωτεύουσα πόλη. Τα προβλήματα της Αθήνας είναι πλέον πολύ μεγάλα για να διορθωθούν από ανθρώπους που έχουν την κλασική (κι ελάχιστα) πολιτική σκέψη των επαγγελματιών του είδους. Οσοι ζουν στην Αθήνα βλέπουν την πόλη τους είκοσι χρόνια τώρα να μαραζώνει, να ασχημαίνει, να βρωμίζει. Φυσικά δεν φτάνει ένας δήμαρχος για να διορθωθούν τα κακώς κείμενα -χρειάζονται ευρύτερες πολιτικές επιλογές- αλλά μπορεί να ανακόψει τη φθίνουσα πορεία της.


Η Αθήνα παραείναι σημαντική για να παραμένει στο σημερινό χάλι. Προσθέτει δυσθυμία στη σημερινή κακή ψυχολογική κατάσταση των πολιτών. Είναι διαφορετικό να υφίστασαι ένα Πρόγραμμα Σταθεροποίησης σε μια πόλη που προσφέρει στοιχειώδεις υποδομές και διαφορετικό να ζεις τη σημερινή κατάσταση σε μια βρώμικη κι αβίωτη πόλη. Ακόμη και η ελπίδα ότι κάποιος που δεν είναι αμιγώς πολιτικός θα αλλάξει κάποια πράγματα, είναι σημαντική. Στο κάτω-κάτω της γραφής είδαμε τι έκαναν τόσα χρόνια οι καθαρόαιμοι πολιτικοί που διαφέντεψαν τον δήμο.

Φυσικά αποτελεί εκλογικό ρίσκο για το ΠΑΣΟΚ να δώσει στον κ. Καμίνη τη στήριξή του. Ασχέτως όμως από το τελικό αποτέλεσμα, υπάρχουν μεγάλα παράπλευρα οφέλη. Θα γίνει πράξη αυτό που αναμασούν όλοι και ελάχιστοι εννοούν. Θα μπει νέο αίμα στην πολιτική, θα μπολιαστεί ο ξύλινος λόγος με ουσία. Φυσικά οι κατ’ επάγγελμα πολιτικοί δεν το θέλουν (ο ανταγωνισμός σ’ αυτή τη χώρα είναι εξ ορισμού βλαβερός) αλλά εμείς οι πολίτες πραγματικά μπουχτίσαμε από κενές περιεχομένου ρητορείες. Το μόνο ερώτημα, λοιπόν, που απομένει είναι: το ΠΑΣΟΚ μπορεί να κάνει την υπέρβαση;

Σχόλια
blog comments powered by Disqus