Blog Widget by LinkWithin


• Γράφει ο Δημήτρης Ρηγόπουλος

Η Παραμονή Πρωτοχρονιάς ήταν πάντα μια πολύ περίεργη ημέρα για μένα. Το πρωί λέγαμε τα κάλαντα με τον αδελφό μου. Επειδή ήμασταν δίδυμοι (είμαστε ακόμα δηλαδή) και μοιάζαμε είχαμε ένα έξτρα πλεονέκτημα απέναντι στα άλλα παιδάκια της γειτονιάς. Όμως η εγγενής συστολή μου και η διαρκής υποψία ότι ο αδελφός μου ή κάποιος τρίτος (φίλος, συμμαθητής) μπορεί να με ρίξει στο τελικό μέτρημα έκανε τον αρχικό ενθουσιασμό να εξατμίζεται στο πι και φι. Επιπλέον δεν τα πήγαινα πολύ καλά με τον Άη Βασίλη.
Τον φοβούμουνα επειδή ήταν γέρος και με μακρυά γένια. Κι αυτή η ελαφρώς εκκεντρική προσέγγιση με αποξένωνε από τους συνομιλήκους μου στο νηπιαγωγείο ή στην πρώτη Δημοτικού που τον λάτρευαν. Μου άρεσε η ιδέα ότι το πρωϊ θα έβρισκα ένα μεγάλο δώρο δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο αλλά από την άλλη τα έκανα πάνω μου όταν το βράδυ της Πρωτοχρονιάς ο αδελφός μου ψιθύριζε από την κάτω κουκέτα: "Νομίζω τον άκουσα. Έχει ανοίξει την πόρτα και έρχεται στο δωμάτιο μας". Το έλεγε για να με τρομάξει και να τρομάξει τον εαυτό του. Εγώ τον πίστευα και σχεδόν έτρεμα. Κουκουλουνώμουν και περιμένα να περάσουν αυτά τα τρια-τέσσερα μαρτυρικά λεπτά, μέχρι να πάρει τα πόδια του αυτός ο τρομακτικός γέρος και πάει από κει που 'ρθε.

Όμως μπορούσα να υπομείνω όλα τα δεινά εκείνων των ημερών με την προσδοκία της οικογενειακής συγκέντρωσης το βράδυ της Παραμονής Πρωτοχρονιάς στο μαγικό σπίτι της θείας μου της Μάτας στην οδό Μιχαήλ Βόδα. Τότε δεν είχα ιδέα που πέφτει η Μιχαήλ Βόδα, μου έφτανε ότι θα έμπαινα στο παραμυθένιο νεοκλασικό με τα δύο πατώματα, την στιβαρή ξύλινη σκάλα και, κυρίως, στην τεράστια κουζίνα όπου ένας μικρός στρατός από ψωμωμένες, ζωηρές, καπάτσες, ακούραστες γυναίκες ετοίμαζαν το δείπνο της σημαντικής αυτής νύχτας πάνω σε ατελείωτους πάγκους και νεροχύτες από μάρμαρο.
Για το εξάχρονο ή επτάχρονο που ήμουν στα τέλη της δεκαετίας του '70 η διαδρομή από το σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη μέχρι τον ωραία αυτό δρόμο με τα θαλλερά, γερμένα δέντρα αποκτούσε διαστάσεις κανονικής εκδρομής. Η "Αθήνα" ήταν ένας άγνωστος κόσμος και η Συγγρού έμοιαζε στα μάτια μου τουλάχιστον με την 5η Λεωφόρο. Καρφωνόμουν στο παράθυρο προσπαθώντας να ρουφήξω όσες περισσότερες εικόνες μπορούσα. Στύλοι Ολυμπίου Διός, λεωφόρος Αμαλίας, το Ζάππειο, ο Κήπος, η Βουλή, το Σύνταγμα με τα φωταγωγημένα ξενοδοχεία, η Πανεπιστημίου, τα ωραία κτίρια της Πατησίων. Καφενεία, καταστήματα που ήξερα από τις σακούλες της μητέρας μου, μεγάλα χαρτοπωλεία, το Μούγερ με τα αγαπημένα μου παπούτσια ("ο Μούγερ, ο Μούγερ!!!", φώναζα, σχεδόν σε υστερία), διάσημα παιχνιδάδικα, ένα ολόκληρο σύμπαν.

Φτάνοντας στο σπίτι της θείας ήμουν ήδη ευτυχισμένος. Αλλά πίσω από την παλιά, επιβλητική πόρτα με περίμενε ακόμα περισσότερη ευτυχία, τόση που νόμιζα ότι θα σκάσω. Αν η μάνα μου ήταν "μοντέρνα" και "εργαζόμενη" η θεία Μάτα ήταν ακριβώς το αντίθετο. Νοικοκυρά, ζουμπουρλού, με αφράτα, τσιτωμένα μαγουλάκια που δεν χόρταινα να φιλάω. Φτάνοντας στο σπίτι επικρατούσε η ωραία βαβούρα των σπιτιών που ξεχειλίζουν από ζωή, πολυκοσμία και χαρά. Μεσήλικες, παππούδες, γιαγιάδες, παιδάκια και δυό-τρεις έφηβοι (ο ένας ήταν ο μεγάλος μου αδελφός κι ο άλλος ο γιός της θείας Μάτας και του θείου Σωτήρη, ο Θοδωρής), οι μόνοι που υποθέτω δεν θα έβρισκαν τόσο συναρπαστική τη βραδιά. Ο μοναδικός μου φόβος εκείνες τις ώρες ήταν μην έρθει κάποιο άλλο παιδάκι και μου ζητήσει να "παίξουμε". Αν και πάντα μου έκαναν εντύπωση τα πολλά παιχνίδια του Θοδωρή (που τα είχε παρατήσει εδώ και καιρό) ήξερα πως δεν είχα καμία όρεξη να σπαταλήσω τον χρόνο μου παίζοντας στρατιωτάκια ή Playmobil. Αυτά ήταν για άλλες ημέρες. Σήμερα θα τριγυρνούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο παρατηρώντας τους ¨μεγάλους" ή θα τρύπωνα στην κουζίνα. Εκεί οι τροφαντές γυναίκες (ήταν όλες άραγε οικιακές βοηθοί; αποκλείεται!) θα με σήκωναν ψηλά, θα με ρήμαζαν στα φιλιά και θα με άφηναν να δοκιμάσω ένα σωρό λιχουδιές. Εγώ απλά τις αγαπούσα.

Αργότερα θυμάμαι την ιεροτελεστία της αλλαγής του χρόνου με το κλείσιμο του γενικού και το τραγούδι που με συγκινούσε από νεογέννητο νομίζω. "Πάει ο παλιός ο χρόνος / ας γιορτάσουμε παιδιά…". Το κόψιμο της βασιλόπιτας και μια σκηνή που με έκανε να μην θέλω ποτέ να μου πέσει το φλουρί για τα επόμενα πολλά χρόνια. Ο παππούς ο Θόδωρος, πατέρας της θείας Μάτας και του θείου Πέρη (ο αγαπημένος μου θείος), κι αδελφός του δικού μου παππού Βασίλη, κέρδισε μια χρονιά το φλουρί. Ήταν αδιανόητα ηλικιωμένος. Αν δεν είχε κλείσει τα 100 σίγουρα τα πλησίαζε. Τον θυμάμαι σε μια κουνιστή πολυθρόνα να δέχεται στωϊκά τις δικές μας επευφημίες. Είχα διακρίνει μια σκιά θλίψης στα μάτια του. Δεν το έχω επιβεβαιώσει με τους δικούς μας αλλά θυμάμαι ότι ο παππούς ο Θόδωρος έκανε μαύρο χιούμορ εκείνο το βράδυ λέγοντας ότι "αφού μου έπεσε το φλουρί μάλλον ήρθε η ώρα μου". Πράγματι, εκείνη τη χρονιά έφυγε. Δώδεκα μήνες μετά δεν ήταν εκεί για να πει τα πρώτα λόγια του νέου έτους, λόγια γεμάτα σοφία και αγάπη.

Σήμερα, 30τόσα χρόνια μετά, το σπίτι της Μιχαήλ Βόδα είναι ακόμα στη θέση του. Για να μου θυμίζει τις καλύτερες Πρωτοχρονιές της παιδικής μου ηλικίας. Η θεία Μάτα, αν και υπήρχε εναλλακτική λύση στην Κηφισιά, επιμένει να ζει σ' αυτό το μαγικό μέρος παρά τη σχεδόν μαζική φυγή των παλιών γειτόνων της. Δεν την αδικώ.
Αυτές οι λέξεις, εδώ στο φιλόξενο "σπίτι" του athensville, είναι όλες δικές της. Και με έναν όμορφα μυστηριώδη τρόπο είναι και δικές μας. Καλή μας χρονιά.

Σχόλια
blog comments powered by Disqus