Blog Widget by LinkWithin

Voltaren στον δεξί ώμο



Η ώρα 6 το πρωί. Πρέπει ή όχι να γίνω προσωπικός; Μάλλον, τα θέματα μου τελειώνουν, δεν μπορώ εκ των πραγμάτων να κυκλοφορώ και να φωτογραφίζω όπως πριν.
Ένα κρύωμα μου 'χει χαρίσει ένα ανεπανάληπτο λουμπάγκο εδώ και μια μέρα, σάρκινος, χειροπιαστός πόνος. Και πραγματικά περίεργος, διαφορετικός, νομίζω όμως βοηθούσε και το σκηνικό της χθεσινής μέρας. Η ερημιά, η αίσθηση πολέμου, συλλαλητηρίου, όλα εκούσια ανησυχητικά και σιωπηλά τη μέρα που ξεκινά η βδομάδα.
Απαγόρευση κυκλοφορίας, ματ παντού, οι ίδιες πορείες τόσα χρόνια, το δεδομένο ότι μαγαζιά θα καταστραφούν, η πόλη με τα ατελείωτα ρολά, κι οι μετανάστες / τουρίστες να κοιτάνε απορημένοι, η αντίδρασή τους αυτή αποτελεί τον ακριβέστερο δείκτη για να καταλάβεις πόσο ούφο είμαστε, φαινόμαστε. Σε κάτι τέτοια σκέφτομαι πάντα τους Αγγλοσάξωνες που μετά το 9/11 και τις επιθέσεις στο Λονδίνο συνέχισαν μετά από λίγες ώρες κανονικά την ζωή τους, που συνειδητοποιημένα αποφάσισαν ότι τίποτα δεν αλλάζει την πορεία, κανείς δεν μπορεί να τους καταβάλει.
Το πρωί ένας πελάτης ανέβαλε την πρωινή δουλειά μας, και αυτή η κενούρα με παρέσυρε ξανά. Σαν ζόμπι στα γνωστά social media, πως ξόδεψα 2 ώρες πάντα με οικτίρω, σαν γουρούνι επίσης να τρώω απίστευτες βλακείες από μια συνήθεια που μάλλον συνδέεται μ' αυτό το βολικό βαριέμαι της προσωπικής ζωής. Κάπου στο μεσημέρι με πιάνουν τα γέλια διαβάζοντας την είδηση ότι η ΑΔΕΔΥ προκύρηξε 3 ώρη στάση εργασίας στο βολικό σλοτ 12-3. Είναι τόσο αστείο όταν διαβάζεις την άσχετη με τον Αλέξη επιχειρηματολογία του λουφαρίσματός τους, και τόσο τραγικό να ξαναδιαπιστώνεις ότι αυτός ο τόπος δεν αλλάζει με τίποτα, κανείς δεν έχει πάρει πρέφα, ίδιοι και απαράλλακτοι κοιτάζουμε μόνο το μαγαζάκι μας, την βολή μας, η αίσθηση συλλογικότητας ένα κενό κονσερβοκούτι. Πόσα θα πάθουμε ακόμα, που μας αξίζει να πάθουμε; Πολλά!

Άουτς. Τίποτα, αυτή η στενόχωρη πόλη δεν σηκώνει τίποτα. Σηκώνομαι, πάω σπίτι, βαρύς απ' τις βλακείες που σε όλα τα επίπεδα γεύτηκα. Εκεί πάλι στην αυτάρκεια μου, πρέπει κάτι να κάνω, τρώω, με γεμίζω με πένες και κόκκινη σάλτσα, πεντανόστιμο, νομίζω ότι είμαι ευτυχισμένος όταν έχω ντομάτες, πιπεριές, κρεμμύδια και ζυμαρικά στο ψυγείο μου. Και πιο χοντρός βέβαια, αλλά κάνω τα στραβά μάτια σ΄αυτό το σημερινό κενό. Απολαμβάνω το απρόσμενο μεσημέρι στο σπίτι, βλέποντας κουτσομπολίστικη tv. Μια ώρα αντέχω, παίρνοντας πάντα πόζες να πονώ λιγότερο στην σόλο πολυθρόνα.
Γυρίζω γραφείο, έ δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, ας κάνω αυτές τις μικροδουλειές που αφήνω βδομάδες πίσω, με το τρέξιμο εδώ και 3 μήνες των atenistas. Με ρωτάνε συχνά πως τα βγάζω πέρα, δουλειά (άπειρη την τελευταία βδομάδα), atenistas, athensville και λέω ότι μ' αρέσει, με κάνει δημιουργικό, θέλω να εξασκείται το μυαλό σ' αυτές τις απαιτητικές στροφές. Είναι αλήθεια κι αυτό όμως, σε στιγμές κουράζομαι πάρα πολύ. Η πνευματική κόπωση δηλαδή, να παράγω πέρα απ'το athensville που πάντα θέλω να χω δικό μου πρωτότυπο υλικό και για τους atenistas δράσεις, ραντεβού, ντιζάιν, προτάσεις, τα άπειρα μικρά και μεγάλα θέματα που πρέπει να λυθούν.
Άουτς, βράδιασε, νιώθω την μέρα απόλυτα κενή. Ο πόνος έχει γίνει αβάσταχτος, με πιάνει μια λύπη στο τέλος κάποιας μέρας τόσο κενής, και πάντα βρίσκω να την καλύπτω με μια μεγάλη 1-2 ώρες βόλτα στο κέντρο, με ηρεμεί, σαν κάτι να κερδίζω. Όπως και να 'μαι θα βγώ, έχω περπατήσει πολύ άρρωστος, σχεδόν κουτσός, με πόνους, έχω κάτι το ανήμερο, κάτι να προσαρμόσω την πραγματικότητα στα μέτρα μου.
Μ' αρέσει να 'μαι ο ήρωας μου μ' απόψε όμως είναι διαφορετικά, ίσως φταίει το πόλυ, το φαϊ κι ο βαρύς πόνος. Θέλω να γυρίσω το συντομότερο σπίτι, πρέπει να ρίξω χούφτες μαγικό voltaren να μαζέψω τον πόνο, να κοιμηθώ σαν άνθρωπος. Περνώ απ' την Ομόνοια, κάτι καίγεται παραπέρα, κι εύχομαι να μην με πλησιάσει απόψε κανείς ντήλερ. Η κατάσταση ήταν πιο απελπιστική απο ποτέ, το ντηλερομάνι πηχτό πηχτό, θεέ μου μην μου έρθει κανείς, δεν μπορώ να γυρίσω το λαιμό μου, πως θα με υπερασπιστώ. Ε, νόμος του Μέρφι, με παίρνει ένας απο πίσω, και μου λέει επίμονα "φίλε μαύρο, μαύρο". Το ψαρωτικό το έχω έτοιμο "Τι έγινε;" του λέω οργισμένα, ίσως λίγο παραπάνω απ' ότι πρέπει γιατί πήγε να τσαμπουκαλευτεί. Ατάραχος, συνεχίζω το βήμα μου, κάτι έλεγε πίσω μου αλλά αυτό είναι το θέμα, να δουν μια δύναμη και να σε σεβαστούν.
Φτάνω στην νεκροΚάνιγγος, ένας μετανάστης στο γνωστό μάταιο να περιμένει το λεωφορειο, και γύρω άπειρες κλουβες, αστυνομικοί πάνοπλοι με κουκούλες και να τους προσπερνά το ανήμπορο ούφο. Παίρνω την voltaren, το σπίτι μου κοντά, στην περιοχή του Πολυτεχνείου, θα ζήσω πάλι την εμπειρία, όχι πως δεν θέλω, μ' αρέσει το πολεμικό ρεπορτάζ, την βραδιά του 2008 είχα κάνει μια απίστευτη βόλτα, μια τρομακτική κινηματογραφική Αθήνα. Η Πατησίων ανοικτή, αλλά άδεια, χαμηλά στη Στουρνάρη οι αστυνομικοί να χαζεύουν το κενό πάνω μέρος της, ένα σκηνικό χωρίς αντίκρυσμα το όλο, πάλι θα σκεφτώ την κατάντια μας αλλά ο πόνος οξύνεται. Τόσο που φέρνει στο νου χτισμένες πεποιθήσεις ενός ανασφαλούς παλιού εαυτού μου, ότι δεν έχω ένα χέρι να μου τρίψει έκει στα δύσκολα την πλάτη , και παραπέρα, ότι θα πεθάνω μόνος. Βέβαια οκ, θα πεθάνω μόνος, όπως όλοι μας το πιθανότερο, αλλά προτιμώ να χω ζήσει χιλιάδες μέρες ελεύθερος και αγύρτης, και την μια στο φινάλε οδυνηρή. Πάντως δεν είναι αστείο, αυτός ο πίσω ώμος και το χέρι που έλειπε με προβλημάτισε, ίσως το χω παρακάνει με την τόση αυτάρκεια τελικά.
Μόνος στο σπίτι, αλοίφω τις πληγές, χαζεύω στην τιβί έναν γέρο να τρώει μόνος σ' ένα σπίτι, βάζω μια χοντρή ηλεκτροθερμική φανέλα του παππού, που χα πάρει για ταξίδι στο Παρίσι ένα Γενάρη, μέσα στο στυλάτο ικέα πάπλωμα βάζω μια κιτς χοντροκουβέρτα που χε φέρει η μάνα μου, και νιώθω κάπως καλύτερα. Στο κομοδινάκι τοποθετώ στο κέντρο, την αλοιφή και το κινητό, φοβάμαι μην πάθω το ολικό λουμπάγκο να πάρω κάποιον χριστιανό να με σώσει.
Το βράδυ τρίβομαι, πονώ, αλλα είναι 6.30 πια και κάπως κοιμήθηκα. Υπομονή, θα περάσει, και σήμερα θα βγω κανονικά, θα κάνω πως δεν συμβαίνει, η δική μου πραγματικότητα είπαμε, αυτή που προσπαθώ να προσδιορίσω με τα νέα δεδομένα. Γι' αυτό το γράφω και το σημερινό, ίσως γιατί χθες ήταν η πρώτη Δευτέρα που δεν έγραψα κάτι στο Athensville, κι αυτό με έριξε, ήταν τώρα που ξημέρωσε ο σημαντικότερος παράγων κενότητας που γέμισε αμήχανη στενοχώρια την χθεσινή μέρα.
Εκ των πραγμάτων δεν μπορώ όπως πριν, μα εδώ, κανονικά, θα συνεχίσω. Κι αν φωνάζετε, θα λέω πως πονάω :-)



Σχόλια
blog comments powered by Disqus